Ο αρχηγός του βρετανικού στρατού υποστήριξε ότι η εποχή κατά την οποία οι Βρετανοί θεωρούσαν αδιανόητη τη συμμετοχή της χώρας τους σε έναν μεγάλο πόλεμο έχει παρέλθει
Ανησυχητικές διαστάσεις λαμβάνει η στρατιωτικοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής, καθώς η Βρετανία περνά σταδιακά από τη ρητορική της αποτροπής στην προετοιμασία της κοινωνίας για το ενδεχόμενο πολεμικής σύγκρουσης.
Οι προειδοποιήσεις του αρχηγού του βρετανικού στρατού, στρατηγού Roly Walker, αποτυπώνουν τη βαθύτερη στρατηγική μετατόπιση του Λονδίνου και ευρύτερα της Δύσης, με φόντο την αντιπαράθεση με τη Ρωσία.
Ανοίγει η συζήτηση για τις θυσίες των πολιτών
Οι δηλώσεις του στρατηγού Roly Walker, όπως μεταφέρονται από τη βρετανική εφημερίδα =Independent, δεν αποτελούν μια συνηθισμένη στρατιωτική προειδοποίηση.
Ο αρχηγός του βρετανικού στρατού υποστήριξε ότι η εποχή κατά την οποία οι Βρετανοί θεωρούσαν αδιανόητη τη συμμετοχή της χώρας τους σε έναν μεγάλο πόλεμο έχει παρέλθει.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στην ανάγκη προετοιμασίας της κοινωνίας για οικονομικές και κοινωνικές θυσίες.
Το μήνυμα είναι σαφές: η βρετανική στρατιωτική ηγεσία δεν αντιμετωπίζει πλέον τον πόλεμο αποκλειστικά ως υπόθεση των ενόπλων δυνάμεων, αλλά ως ενδεχόμενο που μπορεί να επηρεάσει το σύνολο της κοινωνίας και της οικονομίας.
Πρόκειται για μια επικίνδυνη εξέλιξη, καθώς η συζήτηση μετατοπίζεται από την αποφυγή μιας γενικευμένης σύγκρουσης στη διαχείριση των συνεπειών της.
Η Δύση εγκλωβίζεται στη λογική της στρατιωτικής αντιπαράθεσης
Η Βρετανία αποτελεί έναν από τους πλέον αποφασιστικούς υποστηρικτές της σκληρής δυτικής γραμμής απέναντι στη Ρωσία.
Η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, η ενίσχυση των αμυντικών δαπανών και η διαρκής αναφορά στη ρωσική απειλή διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξανόμενης αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: η στρατηγική αυτή ενισχύει πραγματικά την ευρωπαϊκή ασφάλεια ή δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας ακόμη μεγαλύτερης κρίσης;
Η δυτική προσέγγιση στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να αποτρέψει μια ενδεχόμενη ρωσική επιθετική ενέργεια.
Από την άλλη πλευρά, η συνεχής στρατιωτική κινητοποίηση ενέχει τον κίνδυνο να ενισχύσει την αμοιβαία καχυποψία και να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο εξοπλισμών και κλιμάκωσης.
Η αντίφαση της βρετανικής πολιτικής
Το Λονδίνο εμφανίζεται αποφασισμένο να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, παρά τις οικονομικές και δημοσιονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζει.
Η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων απαιτεί σημαντικούς πόρους, οι οποίοι αναπόφευκτα ανταγωνίζονται άλλες κρατικές προτεραιότητες.
Η αναφορά του Walker στις θυσίες που ενδέχεται να απαιτηθούν από τους πολίτες αναδεικνύει ακριβώς αυτή την αντίφαση.
Μια κοινωνία που αντιμετωπίζει πιέσεις στο κόστος ζωής και στις δημόσιες υπηρεσίες καλείται να αποδεχθεί ότι η στρατιωτική προετοιμασία αποτελεί αναγκαία εθνική προτεραιότητα.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο η βρετανική κοινωνία είναι διατεθειμένη να επωμιστεί το κόστος μιας μακροχρόνιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης, ιδιαίτερα εάν αυτή δεν συνοδεύεται από σαφή πολιτική στρατηγική αποκλιμάκωσης.
Η Μόσχα απορρίπτει τα σενάρια επίθεσης στην Ευρώπη
Την ίδια στιγμή, ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η Ρωσία δεν σχεδιάζει επίθεση εναντίον ευρωπαϊκών κρατών.
Η Μόσχα παρουσιάζει τις δυτικές προειδοποιήσεις ως προσπάθεια δικαιολόγησης της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών και της ενίσχυσης του ΝΑΤΟ.
Οι ρωσικές διαβεβαιώσεις, ωστόσο, δεν αρκούν από μόνες τους για να εξαλείψουν τις ανησυχίες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται πλέον τις στρατιωτικές κινήσεις της άλλης ως δυνητική απειλή, περιορίζοντας τα περιθώρια διπλωματικής συνεννόησης.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η ανεξέλεγκτη κλιμάκωση
Η πραγματική απειλή για την Ευρώπη δεν περιορίζεται στο ενδεχόμενο μιας προσχεδιασμένης στρατιωτικής επίθεσης.
Εξίσου σοβαρός είναι ο κίνδυνος μιας σύγκρουσης που θα προκύψει από λανθασμένους υπολογισμούς, στρατιωτικά επεισόδια ή διαδοχικές αποφάσεις κλιμάκωσης.
Η Βρετανία, ως πυρηνική δύναμη και βασικό μέλος του ΝΑΤΟ, διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξίσωση.
Οι δηλώσεις Walker δεν αποδεικνύουν ότι το Λονδίνο έχει αποφασίσει να εμπλακεί σε πόλεμο. Δείχνουν όμως ότι η πιθανότητα μιας μεγάλης σύγκρουσης ενσωματώνεται ολοένα περισσότερο στον βρετανικό αμυντικό σχεδιασμό.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η προετοιμασία για πόλεμο κινδυνεύει να μετατραπεί από έκτακτο μέτρο αποτροπής σε μόνιμη πολιτική κανονικότητα.
Η Ευρώπη χρειάζεται στρατηγική ειρήνης, όχι μόνο πολεμική ετοιμότητα
Η προειδοποίηση του Βρετανού στρατηγού αποτελεί ένδειξη της βαθιάς κρίσης ασφάλειας που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή ήπειρος.
Η Δύση και ιδιαίτερα η Βρετανία επενδύουν ολοένα περισσότερο στη στρατιωτική αποτροπή, χωρίς να έχει αναδειχθεί μια αντίστοιχα αποτελεσματική διπλωματική διέξοδος από την αντιπαράθεση με τη Ρωσία.
Η ενίσχυση της άμυνας μπορεί να αποτελεί θεμιτή επιλογή εθνικής ασφάλειας. Όταν όμως συνοδεύεται από τη σταδιακή εξοικείωση των κοινωνιών με την προοπτική πολέμου, δημιουργεί σοβαρά πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα.
Η μεγαλύτερη αποτυχία για τη Δύση δεν θα ήταν να αποδειχθεί ανεπαρκώς προετοιμασμένη για έναν πόλεμο, αλλά να οδηγηθεί σε μια καταστροφική σύγκρουση την οποία θα μπορούσε να έχει αποτρέψει μέσω της διπλωματίας.
www.bankingnews.gr
Οι προειδοποιήσεις του αρχηγού του βρετανικού στρατού, στρατηγού Roly Walker, αποτυπώνουν τη βαθύτερη στρατηγική μετατόπιση του Λονδίνου και ευρύτερα της Δύσης, με φόντο την αντιπαράθεση με τη Ρωσία.
Ανοίγει η συζήτηση για τις θυσίες των πολιτών
Οι δηλώσεις του στρατηγού Roly Walker, όπως μεταφέρονται από τη βρετανική εφημερίδα =Independent, δεν αποτελούν μια συνηθισμένη στρατιωτική προειδοποίηση.
Ο αρχηγός του βρετανικού στρατού υποστήριξε ότι η εποχή κατά την οποία οι Βρετανοί θεωρούσαν αδιανόητη τη συμμετοχή της χώρας τους σε έναν μεγάλο πόλεμο έχει παρέλθει.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στην ανάγκη προετοιμασίας της κοινωνίας για οικονομικές και κοινωνικές θυσίες.
Το μήνυμα είναι σαφές: η βρετανική στρατιωτική ηγεσία δεν αντιμετωπίζει πλέον τον πόλεμο αποκλειστικά ως υπόθεση των ενόπλων δυνάμεων, αλλά ως ενδεχόμενο που μπορεί να επηρεάσει το σύνολο της κοινωνίας και της οικονομίας.
Πρόκειται για μια επικίνδυνη εξέλιξη, καθώς η συζήτηση μετατοπίζεται από την αποφυγή μιας γενικευμένης σύγκρουσης στη διαχείριση των συνεπειών της.
Η Δύση εγκλωβίζεται στη λογική της στρατιωτικής αντιπαράθεσης
Η Βρετανία αποτελεί έναν από τους πλέον αποφασιστικούς υποστηρικτές της σκληρής δυτικής γραμμής απέναντι στη Ρωσία.
Η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, η ενίσχυση των αμυντικών δαπανών και η διαρκής αναφορά στη ρωσική απειλή διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξανόμενης αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: η στρατηγική αυτή ενισχύει πραγματικά την ευρωπαϊκή ασφάλεια ή δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας ακόμη μεγαλύτερης κρίσης;
Η δυτική προσέγγιση στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να αποτρέψει μια ενδεχόμενη ρωσική επιθετική ενέργεια.
Από την άλλη πλευρά, η συνεχής στρατιωτική κινητοποίηση ενέχει τον κίνδυνο να ενισχύσει την αμοιβαία καχυποψία και να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο εξοπλισμών και κλιμάκωσης.
Η αντίφαση της βρετανικής πολιτικής
Το Λονδίνο εμφανίζεται αποφασισμένο να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, παρά τις οικονομικές και δημοσιονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζει.
Η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων απαιτεί σημαντικούς πόρους, οι οποίοι αναπόφευκτα ανταγωνίζονται άλλες κρατικές προτεραιότητες.
Η αναφορά του Walker στις θυσίες που ενδέχεται να απαιτηθούν από τους πολίτες αναδεικνύει ακριβώς αυτή την αντίφαση.
Μια κοινωνία που αντιμετωπίζει πιέσεις στο κόστος ζωής και στις δημόσιες υπηρεσίες καλείται να αποδεχθεί ότι η στρατιωτική προετοιμασία αποτελεί αναγκαία εθνική προτεραιότητα.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο η βρετανική κοινωνία είναι διατεθειμένη να επωμιστεί το κόστος μιας μακροχρόνιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης, ιδιαίτερα εάν αυτή δεν συνοδεύεται από σαφή πολιτική στρατηγική αποκλιμάκωσης.
Η Μόσχα απορρίπτει τα σενάρια επίθεσης στην Ευρώπη
Την ίδια στιγμή, ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η Ρωσία δεν σχεδιάζει επίθεση εναντίον ευρωπαϊκών κρατών.
Η Μόσχα παρουσιάζει τις δυτικές προειδοποιήσεις ως προσπάθεια δικαιολόγησης της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών και της ενίσχυσης του ΝΑΤΟ.
Οι ρωσικές διαβεβαιώσεις, ωστόσο, δεν αρκούν από μόνες τους για να εξαλείψουν τις ανησυχίες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται πλέον τις στρατιωτικές κινήσεις της άλλης ως δυνητική απειλή, περιορίζοντας τα περιθώρια διπλωματικής συνεννόησης.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η ανεξέλεγκτη κλιμάκωση
Η πραγματική απειλή για την Ευρώπη δεν περιορίζεται στο ενδεχόμενο μιας προσχεδιασμένης στρατιωτικής επίθεσης.
Εξίσου σοβαρός είναι ο κίνδυνος μιας σύγκρουσης που θα προκύψει από λανθασμένους υπολογισμούς, στρατιωτικά επεισόδια ή διαδοχικές αποφάσεις κλιμάκωσης.
Η Βρετανία, ως πυρηνική δύναμη και βασικό μέλος του ΝΑΤΟ, διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξίσωση.
Οι δηλώσεις Walker δεν αποδεικνύουν ότι το Λονδίνο έχει αποφασίσει να εμπλακεί σε πόλεμο. Δείχνουν όμως ότι η πιθανότητα μιας μεγάλης σύγκρουσης ενσωματώνεται ολοένα περισσότερο στον βρετανικό αμυντικό σχεδιασμό.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η προετοιμασία για πόλεμο κινδυνεύει να μετατραπεί από έκτακτο μέτρο αποτροπής σε μόνιμη πολιτική κανονικότητα.
Η Ευρώπη χρειάζεται στρατηγική ειρήνης, όχι μόνο πολεμική ετοιμότητα
Η προειδοποίηση του Βρετανού στρατηγού αποτελεί ένδειξη της βαθιάς κρίσης ασφάλειας που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή ήπειρος.
Η Δύση και ιδιαίτερα η Βρετανία επενδύουν ολοένα περισσότερο στη στρατιωτική αποτροπή, χωρίς να έχει αναδειχθεί μια αντίστοιχα αποτελεσματική διπλωματική διέξοδος από την αντιπαράθεση με τη Ρωσία.
Η ενίσχυση της άμυνας μπορεί να αποτελεί θεμιτή επιλογή εθνικής ασφάλειας. Όταν όμως συνοδεύεται από τη σταδιακή εξοικείωση των κοινωνιών με την προοπτική πολέμου, δημιουργεί σοβαρά πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα.
Η μεγαλύτερη αποτυχία για τη Δύση δεν θα ήταν να αποδειχθεί ανεπαρκώς προετοιμασμένη για έναν πόλεμο, αλλά να οδηγηθεί σε μια καταστροφική σύγκρουση την οποία θα μπορούσε να έχει αποτρέψει μέσω της διπλωματίας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών